Η Σάρωση

«Η Σάρωση. Ο ασταμάτητος εφιάλτης των κατοίκων της Σάμνας για τα τελευταία, τουλάχιστον τριάντα χιλιάδες, χρόνια. Και, τότε, ήταν που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η χάραξη με πέτρα επάνω σε πέτρα. Ποιος ξέρει για πόσο καιρό υπήρχε πριν από την ανακάλυψη της γραφής;

Κάτι σχετικό με τα κύτταρά μας και τη ραδιενέργεια γάμμα. Αυτή είναι η πιο επιστημονική και επίσημη εξήγηση που προέκυψε μετά από έρευνα και μελέτη χιλιάδων ετών. Όταν η Σάρωση πλησιάζει, πρέπει να σταματήσεις οτιδήποτε κι αν κάνεις. Να κλείσεις τα μάτια, να σκεπάσεις το σώμα σου με ό,τι μπορείς και να χαμηλώσεις το μεταβολισμό του σώματός σου όσο γίνεται περισσότερο. Κάποιες φορές νιώθεις τη Σάρωση να σε βρίσκει στο στομάχι. Άλλες φορές στα πόδια. Όταν αρχίζεις να τη νιώθεις σε όλο σου το σώμα, είναι κακό σημάδι. Δε πρέπει να την αφήσεις να σε βρει.

Πάντα υπάρχει κάποια απώλεια μετά. Όταν ακούς τη Σάρωση έρχεται, ξέρεις ότι κάποιος θα πεθάνει. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να εύχεσαι να μην είσαι εσύ. Και, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η Σάρωση έρχεται κάθε μέρα, το μεσημέρι, όταν το άστρο Ημίας είναι πιο ψηλά στον ουρανό και πιο έντονος από όλη την υπόλοιπη ημέρα, γίνεται κατανοητό το πόσο ψυχοφθόρο είναι το συναίσθημα να ελπίζεις να πεθάνει ο διπλανός σου στη θέση σου.

Έχω εντοπίσει την πηγή του σήματος της Σάρωσης. Είναι παράξενο, αλλά πρόκειται για ένα συνηθισμένο δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο μάλιστα λειτουργεί κανονικά εδώ και σαράντα τέσσερα χρόνια. Δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Αλλά δε τολμώ να πάρω μαζί μου τα δεδομένα που έχω συλλέξει όλα αυτά τα χρόνια κατά την αναζήτηση της πηγής του εφιάλτη της Σάμνας. Αν βρείτε τον ηχογράφο μου εδώ, μπροστά στην πόρτα του δωματίου, τότε δεν έχω επιστρέψει ακόμη. Πάρτε τον και ψάξτε κάποιον επιστήμονα που να μη φοβάται να ερευνήσει τη Σάρωση. Ίσως βρείτε ένα τρόπο να τη σταματήσετε. Δε ξέρω τι με περιμένει εκεί μέσα. Αντίο.»

Η Τεύτκρα πίεσε ξανά το πλήκτρο εγγραφής και η ηχογράφηση σταμάτησε. Έσκυψε με δυσκολία και ακούμπησε τον ηχογράφο της στο δάπεδο, δίπλα στην πόρτα του δωματίου 404. Άπλωσε το κουρασμένο χέρι της μπροστά κι έσπρωξε την πόρτα. Προς έκπληξή της, η πόρτα άνοιξε εύκολα.

«Τι στο καλό συμβαίνει, πώς είναι δυνατόν να μη το έχει καταλάβει κανείς ως τώρα;» αναρωτήθηκε, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά τριγύρω.

Το προσωπικό του ξενοδοχείου, οι πελάτες, όλοι περπατούσαν ανέμελοι σα να μη συμβαίνει τίποτα. Η Τεύτκρα αντιλήφθηκε ξαφνικά πως, για όση ώρα ηχογραφούσε το μήνυμά της μπροστά στην πόρτα του δωματίου, οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι από κόσμο που απλά αγνοούσε την ύπαρξή της. Παρατήρησε όμως ότι κανένας δε περνούσε από το διάδρομο στον οποίο βρισκόταν η ίδια, ούτε φαινόταν να ζει κανείς στα δωμάτια του συγκεκριμένου διαδρόμου.

«Θα τρελαθώ! Πρέπει οπωσδήποτε να μάθω!» φώναξε μέσα της και έσπρωξε την πόρτα μέχρι να ανοίξει εντελώς.

Παρόλο που περίμενε να αντικρίσει μια τρομακτική εικόνα που θα την έκανε να παγώσει από το φόβο της, αυτό που είδε μπροστά της μόλις έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο ήταν μια συνηθισμένη κρεβατοκάμαρα ξενοδοχείου. Με εξαίρεση το ότι τα κρεβάτια ήταν γυμνά, χωρίς καν στρώματα, δεν υπήρχε κάτι άλλο παράξενο στο χώρο. Η Τεύτκρα δεν επαναπαύθηκε. Περπάτησε στις μύτες των ποδιών της κι έφτασε στο κέντρο του δωματίου. Είχε τεντωμένα τα αυτιά της, έτοιμη να τιναχτεί με τον παραμικρό θόρυβο κι ευχόταν να είχε φέρει μαζί της έστω ένα απλό πιστόλι.

Ένιωθε τα χέρια της πολύ κουρασμένα για να αμυνθεί σε μια μάχη σώμα με σώμα, αν χρειαζόταν. Από τα σαράντα εφτά της χρόνια, είχε ξοδέψει τα τριάντα δύο ερευνώντας τη Σάρωση. Ήταν η μεγάλη εμμονή της ζωής της, η μέγιστη θεωρία συνομωσίας για εκείνη. Κι όταν, μια μέρα, ανακάλυψε την πηγή του σήματος, σηκώθηκε από το γραφείο της και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε μεγαλώσει.

Δυσκολευόταν να αποφασίσει αν τελικά άξιζε που αφιέρωσε ολόκληρη τη νεαρή ηλικία της σε μία τρελή έρευνα. Αν δεν είχε ανακαλύψει ποτέ την προέλευση της Σάρωσης, ίσως να ήταν ήδη απογοητευμένη για τον τρόπο με τον οποίο έζησε. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Βρισκόταν σε ένα ξεχασμένο δωμάτιο ξενοδοχείου, με όλα τα στοιχεία να την οδηγούν στο κέντρο του και την αγωνία στο σβέρκο της να μεγαλώνει και να την ανατριχιάζει.

«Δεν είναι δυνατόν να έγινε λάθος. Ο εντοπιστής μου έχει ακρίβεια τετραγωνικού εκατοστού. Το σήμα έρχεται από το κέντρο της κρεβατοκάμαρας!» αναλογίστηκε η γυναίκα.

Και, όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαίσθησή της ήταν σωστή. Η ίδια δε το είχε καταλάβει αλλά, καθώς βάδιζε προς το κέντρο της κρεβατοκάμαρας, είχε περάσει μέσα από την πύλη μιας φαρδιάς, αόρατης κάψουλας. Και δε μπορούσε να φανταστεί τι υπήρχε μέσα στην κάψουλα.

Έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα. Της είχε φανεί πως για μια στιγμή άκουσε μια μυϊκή κίνηση που δεν ήταν δική της. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, η κίνηση ξανακούστηκε. Τότε ήταν που η Τεύτκρα είχε πλέον μετανιώσει ολοκληρωτικά που δεν είχε όπλο μαζί της. Οι μύες της αρχίσανε να συσπώνται, τα μάτια της να περιεργάζονται με μεγάλη ταχύτητα όλες τις γωνίες του δωματίου.

«Μη ταράζεσαι τέκνον μου» την τίναξε μια βαριά, ήρεμη, γέρικη αντρική φωνή που ήρθε ακριβώς από δίπλα της.

Από την τρομάρα της η Τεύτκρα χτύπησε το κεφάλι της στο αόρατο τείχος της κάψουλας κι έπεσε στο πάτωμα σχεδόν λιπόθυμη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχε συνέλθει και, πολεμώντας μερικούς πόνους στη μέση, σηκώθηκε στα γρήγορα όρθια. Προσπαθούσε να καταλάβει αν η φωνή που είχε ακούσει ήταν αποτέλεσμα της αγωνίας της ή αν κάποιος ήταν όντως εκεί, μαζί της.

«Μη πιστεύεις αυτό που βλέπεις και μη φοβάσαι αυτό που δε βλέπεις» είπε η φωνή. Σοφία ανέδιδε η χροιά της. Το πλάσμα που μιλούσε δεν ήταν ένα συνηθισμένο αιμοδιψές τέρας, βγαλμένο από κάποια τυχαία ιστορία τρόμου. Θα μπορούσε να είναι ένας σοφός γέροντας, ένας μοναχός της Οσίας Κοιλάδας. Και, παρόλο που η όλη κατάσταση την είχε τρομοκρατήσει, η Τεύτκρα ένιωσε ζεστασιά στο άκουσμα αυτής της φωνής.

«Δε φοβάμαι» απάντησε εκείνη, ήρεμα κι αυθόρμητα. «Ποιος είσαι;»

Μπροστά στα μάτια της σχηματίστηκε η κάψουλα μέσα στην οποία βρισκόταν εδώ και λίγη ώρα. Εμφανίστηκε πολύ γρήγορα, σαν να έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό χωρίς να κάνει θόρυβο.

«Γιατί δε βλέπω εσένα;» ρώτησε καχύποπτη η Τεύτκρα.

«Είσαι έτοιμη να με αντικρίσεις;» ρώτησε η φωνή.

«Όχι» είπε με ειλικρίνεια η γυναίκα. «Αλλά εσύ ο ίδιος μου είπες να μη πιστεύω αυτό που βλέπω και να μη φοβάμαι αυτό που δε βλέπω. Λοιπόν, δε φοβήθηκα αυτό που δεν είδα. Καταλαβαίνω ότι είσαι νοήμων πλάσμα και υποθέτω πολύ ανώτερο από εμένα, ίσως κι από όλους τους κατοίκους της Σάμνας.»

«Οι πολιτισμοί μας διαφέρουν τόσο, όσο οι λευκές τρύπες του πράσινου γαλαξία με τα αντικρουόμενα ανώτερα κβαντικά σύνολα σε ένα εκπίπτων ελλασονικό υποβαρυτόνιο.» παρατήρησε το πλάσμα και συνέχισε τη σκέψη του. «Κι όμως, η αντίληψή σας περί ύπαρξης είναι εξαιρετικά σωστά διαμορφωμένη.»

Η Τεύτκρα μισόκλεισε τα καταπράσινα μάτια της και σήκωσε τα φρύδια της, μπερδεμένη κι εντυπωσιασμένη.

«Κοίτα, δεν έχω ιδέα τι στα κομμάτια είπες μόλις τώρα, αλλά εμφανίσου σε παρακαλώ. Σε βρήκα. Νίκησα. Γι’ αυτό, εμφανίσου.»

Προς ικανοποίηση της επιθυμίας της Τεύτκρας, το πλάσμα τής επέτρεψε να το δει. Η γυναίκα είχε όντως νικήσει, σε σχέση με πολλούς άλλους που είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν να εντοπίσουν την πηγή της Σάρωσης και όλοι τους είχαν αποτύχει. Μπροστά στα ανυπόμονα μάτια της άρχισε να εμφανίζεται σιγά-σιγά το σώμα του πλάσματος. Τέσσερα μικρά κόκκινα ατροφικά πόδια πρόβαλλαν επάνω στο χοντρό χαλί του δωματίου. Έμοιαζαν παρατημένα και αχρησιμοποίητα για πολύ καιρό. Είχαν κάτι το παράξενο αυτά τα πόδια. Το ένα έμοιαζε λίγο πιο μακρύ, το άλλο πιο φαρδύ. Δε μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν.

Τα πόδια ήταν συνδεδεμένα σε ένα πλαδαρό, χοντρό στρογγυλό σώμα που αργά παρουσιαζόταν μπροστά της από κάτω προς τα επάνω. Λίγο πριν το λαιμό παρατήρησε τα χέρια του. Δύο μικρά λεπτά χέρια, αν και το ένα ήταν λίγο μακρύτερο από το άλλο, τόσο ισχνά όσο και τα πόδια του. Ότι κι αν έκανε το πλάσμα σε εκείνο το παρατημένο δωμάτιο, σίγουρα δε χρησιμοποιούσε τα παράξενα σχηματισμένα μέλη του.

Μόλις η αποκάλυψη ολοκληρώθηκε, η Τεύτκρα κοίταξε το αλλόκοτο πλάσμα που στεκόταν μπροστά της. Ένα κόκκινο σώμα με χέρια και πόδια που ήταν αδύνατο να λειτουργήσουν σωστά ή αρμονικά μεταξύ τους. Και, μετά από όλα αυτά, ένα παράξενα απλό κεφάλι. Στενό κρανίο -αν υπήρχε κρανίο ή και σκελετός ακόμα μέσα σε αυτό το σώμα- και κόκκινο χρώμα παντού, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Μόνο ένα μάτι έσπαγε τη μονοτονία του προσώπου του. Ένα ολοστρόγγυλο, φωτεινό κίτρινο μάτι.

«Τι είδους μάτια εκπέμπουν φως από μέσα τους;» αναρωτήθηκε η γυναίκα.

«Δεν είναι μάτι αυτό που βλέπεις παιδί μου. Είμαι εγώ.» είπε το πλάσμα, διαβάζοντας και απαντώντας στη σκέψη της.

Και, τότε, η Τεύτκρα είδε καλύτερα και κατάλαβε.

Μύες. Κατακόκκινοι γυμνοί μύες, τοποθετημένοι σε πολλά στρώματα, σχημάτιζαν το σώμα του. Τοποθετημένοι. Αυτά τα κομμάτια δεν ήταν δικά του. Ολόκληρο το σώμα του ήταν σχηματισμένο -ή μάλλον όχι, ήταν συναρμολογημένο- από κομμάτια διαφορετικών μυών. Τα περισσότερα είχαν μείνει ανέπαφα κατά την αφαίρεσή τους από τα αρχικά σώματα και την προσθήκη τους στο σάρκινο συνονθύλευμα. Μικρά, λεπτά κομμάτια μαύρου τένοντα κρατούσαν τα τμήματα στις θέσεις τους, λειτουργώντας ως συνδέσεις.

«Απίστευτο!» μουρμούρισε έκπληκτη η γυναίκα. Σκέφτηκε τη δική της κατάσταση. Τους πόνους στα μπράτσα τα τελευταία δύο χρόνια και τα τσιμπήματα στη μέση της, που όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πλήθαιναν. Αναλογίστηκε τα δικά της παράπονα για τους πόνους της ηλικίας και, συγκρίνοντάς τα με τον πόνο που θα πρέπει να ένιωθε ένα πλάσμα σε αυτήν την κατάσταση, ξαφνικά ένιωσε ανακούφιση που είχε μόνο αυτά τα προβλήματα στα σαράντα εφτά της.

«Είμαι ο Νόβωνος» είπε. Στη φωνή του δε διακρινόταν καμία δυσανασχέτηση για το σωματικό πόνο που αναπόφευκτα θα τον βασάνιζε.

Η Τεύτκρα παρατήρησε πως το πλάσμα δεν είχε στόμα. Παρόλο που το σώμα του αποτελούνταν αποκλειστικά από μύες -αφού τελικά είδε πως δεν είχε καν δέρμα- οι μύες δεν ήταν σχηματισμένοι έτσι ώστε να αποδίδουν σωστά τα σωματικά χαρακτηριστικά των Σάμνυων. Δύο πόδια είχαν χρησιμοποιηθεί από το ίδιο άτομο, τα άλλα δύο ήταν διαφορετικά μεταξύ τους. Τα χέρια του το ίδιο. Το ένα ήταν γυναικείο, το άλλο παιδικό. Τί δουλειά μπορεί να έχει μια τόσο εξελιγμένη οντότητα μέσα σε ένα αηδιαστικό, άχρηστο σώμα, στην πιο ξεχασμένη άκρη του λευκού γαλαξία, στον πλανήτη Σάμνα;

«Αν δε σου εξηγήσω, δε πρόκειται να το μαντέψεις από μόνη σου» είπε ο Νόβωνος, διαβάζοντας για άλλη μια φορά το μυαλό της.

«Είμαι παιδί του Λαθύγγενου» είπε ο Νόβωνος και η Τεύτκρα αισθάνθηκε πως κάτι θα έπρεπε να της λέει αυτό το όνομα, αλλά δε μπορούσε να προσδιορίσει τί. Άνοιξε το στόμα της για να ζητήσει διευκρινήσεις, αλλά την πρόλαβε.

«Η ιστορία της Σάμνας πηγαίνει πολύ πιο πίσω από την ανακάλυψη του φασματικού ρεύματος και του πρώτου τροχού.» Χαμήλωσε, όσο μπορούσε, το κεφάλι του για να μιλήσει πιο κοντά στο πρόσωπο της γυναίκας.

«Η γέννησή μου δεν ήρθε πολύ μετά από τη δημιουργία της Σάμνας» είπε και η Τεύτκρα βούρκωσε. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί, αλλά μια αποκάλυψη τέτοιους είδους δεν ήταν δυνατό να ακουστεί στα αυτιά της χωρίς συνέπειες.

«Το Λαθύγγενο» κατάφερε να βγάλει μερικές λέξεις από το στόμα της μετά από αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής. «Ο Πρώτος Δράκοντας» είπε και περίμενε έκθαμβη.

«Ναι» επιβεβαίωσε τα λόγια της ο Νόβωνος. «Ο Δράκοντας Ο Μέγας. Το Σκότος Που Υποφέρει. Αυτός ήταν ο πατέρας μου. Και ήταν πολύ διαφορετικός από αυτό που περιγράφουν τα ελάχιστα κείμενα που μιλάνε για εκείνον στις μέρες σας.»

Η Τεύτκρα ακόμα δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι το Λαθύγγενο είχε ζήσει στην πραγματικότητα. Οι συνομωσιολόγοι κάνανε λόγο για ένα μακρόστενο πλάσμα, όμοιο με σκαθάρι, με τριάντα κοφτερά πόδια και μάτια παντού κολλημένα επάνω στο σκληρό του κέλυφος.

«Η Εποχή Της Μάγισσας» ψιθύρισε εκείνη.

«Η μεταμόρφωση του Ορόφμεφ και η γέννηση του Λαθύγγενου» συμπλήρωσε ο Νόβωνος. «Στην αρχή της Σάμνας, μάγισσες και νάνοι περπατούσαν στα επίπεδά της, όταν η Σάμνα ήταν ακόμα ένας πολυεπίπεδος κόσμος, πριν γίνει σφαιρική.»

Την άφησε για λίγο να συνειδητοποιήσει όσα άκουσε, αν και θα χρειαζόταν πολύς καιρός για κάτι τέτοιο. Μετά, συνέχισε.

«Η γέννησή μου και η γέννηση των αδερφών μου, ο θάνατος του Λαθύγγενου και η τιμωρία της Μάγισσας ήταν οι πρώτες τραγωδίες της Σάμνας. Μέσα σε αυτές τις τραγωδίες μεγάλωσα. Είδα τα μέλη της Μάγισσας να κρέμονται, φρεσκοκομμένα ακόμη, από το μεγάλο πύργο του Φεργκρίμ του Σφυρηλατητού. Είδα τους νάνους και τους γνώμους να χτίζουν κάστρα, πόλεις, χώρες και να δίνουν στη Σάμνα την ελπίδα που είχε από νωρίς στερηθεί. Για πολύ καιρό γυρνούσα και παρατηρούσα, εξόριστος από το έδαφος, όταν το όνομά μου ήταν ακόμα Ράρχτα.

Αργότερα, συνέχισα σε άλλα αστρικά συστήματα. Καταδικασμένος να μη μπορώ να ακουμπήσω σε έδαφος μέχρι να επιστρέψω για την εκδίκησή μου από όλες τις Μάγισσες, παρατηρούσα τους πολιτισμούς του λευκού γαλαξία. Και, αργότερα, του πράσινου γαλαξία και μετά ακόμα πιο πέρα. Για πολύ καιρό περιπλανιόμουν στο σύμπαν και μελετούσα οτιδήποτε εμφανιζόταν στην πορεία μου.»

«Και τελικά επέστρεψες και πήρες εκδίκηση από τις μάγισσες;» έκανε την εύλογη ερώτηση η Τεύτκρα.

«Όχι» είπε ο Νόβωνος και προσέφερε μια μικρή ανακούφιση στη γυναίκα.

«Το μίσος ξεθώριαζε όσο μάθαινα τον κόσμο γύρω μου. Όταν επέστρεψα, το έκανα για να σώσω τη Σάμνα.»

«Να τη σώσεις; Από τί;»

«Από την καταστροφή που έφερε η Μάγισσα, φυσικά. Από τη στιγμή που η Γρακμερβάνσρια αντιλήφθηκε ότι μπορούσε να αλλάζει τον κόσμο ανάλογα με τη θέλησή της, δεν ενδιαφερόταν ούτε για την ίδια της τη ζωή. Διέλυσε την ατμόσφαιρα της Σάμνας, το υπέδαφός της και το μαγνητικό πεδίο της. Αυτό φάνηκε περισσότερο στα χρόνια που ακολούθησαν την τιμωρία της. Ήταν οι χειρότερες καταστροφές που είχε προκαλέσει.

Όταν εγκατέλειψα τη Σάμνα, είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται γύρω από τον εαυτό της. Η τροχιά της μεταβλήθηκε και πλησίασε πολύ στο άστρο της, τον Ημία. Οι νάνοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε όσες υπόγειες στοές είχαν μείνει ανέπαφες. Οι γνώμοι κρύφτηκαν μέσα στις λίμνες για να προστατευτούν από την ανυπόφορα μεγάλη θερμοκρασία. Οι τρύπες στο μαγνητικό πεδίο του πλανήτη αφήνανε τις κοσμικές ακτίνες του Σύμπαντος και τις υψηλές ακτίνες του Ημία να κατακαίνε τη βλάστηση, καμιά φορά και τις ίδιες τις πέτρες. Η Σάμνα πέθαινε κι εγώ την άφησα στη μοίρα της, εξοργισμένος και απογοητευμένος για όσα έζησα επάνω σε αυτήν. Το κατώτατο επίπεδο, όπου γεννήθηκαν οι παλιοί θεοί, χάθηκε και κρύφτηκε από τον κόσμο.»

Τώρα είχε αρχίσει να βγαίνει λίγο νόημα για τη διαδικασία της Σάρωσης. Οι ακτίνες γάμμα, τις οποίες η ατμόσφαιρα της Σάμνας δεν ήταν έτοιμη να υποδεχτεί και οι επιστήμονες δε μπορούσαν να καταλάβουν πώς αναπτύχθηκε η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη με τις βλαβερές ακτίνες του Ημία παρούσες.

Η Τεύτκρα ήθελε ν’ ακούσει κι άλλα για την ιστορία του Νόβωνου και της Σάμνας, αλλά την έκαιγε ακόμη η απάντηση στη Σάρωση.

«Ο πλανήτης υπάρχει χάρη στη Σάρωση, έτσι δεν είναι;» είπε, έχοντας βγάλει ένα βιαστικό συμπέρασμα από όσα άκουγε τόση ώρα.

«Όχι ακριβώς» είπε ο Νόβωνος. «Η ζωή στην πλανήτη θα υπάρχει για όσο θα υπάρχει η Σάρωση. Όταν επέστρεψα στη Σάμνα, είχα πια αποφασίσει να εγκαταλείψω την ιδέα της εκδίκησης. Ποιός ξέρει τι θα είχα κάνει αν είχα επιστρέψει θυμωμένος!» είπε και το λαμπερό κίτρινο μάτι του αναπόλησε τις παλιές μέρες για μια στιγμή.

«Είδα τη νέα μορφή του πλανήτη και κοίταξα τα καινούρια παιδιά του. Είδα την ελπίδα στις πράξεις τους. Οι απόγονοι των νάνων και των γνώμων είχαν δώσει στη Σάμνα την αρμονία και τη γαλήνη που της άξιζε. Και, παρά τις περιστασιακές διαμάχες σας, ο πολιτισμός σας δε συγκρίνεται με το σκοτεινό κόσμο στον οποίο γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ένιωσα ανέλπιστη ηρεμία και χαρά που ξαναέβλεπα τον κόσμο μου. Και, βλέποντας το φριχτό περιβάλλον μέσα στο οποίο ήταν αναγκασμένα να ζούνε τα παιδιά της Σάμνας, αποφάσισα να τα προστατεύσω, όσος καιρός κι αν χρειαζόταν.

Η πρώτη μου θέση για τη Σάρωση ήταν η πιο ευαίσθητη περιοχή του μαγνητικού πεδίου, εκεί που τώρα βρίσκεται το νεκροταφείο των μοναχών της Οσίας Κοιλάδας. Καθώς η Σάμνα περιστρεφόταν και κατάφερνα να τη δυναμώσω σε κάποια σημεία, έπρεπε να μετακινούμαι σε νέα μέρη. Μέχρι που κατέληξα εδώ. Πήρα μια κάψουλα αορατότητας από τα εγκαταλελειμμένα εργαστήρια της Ράμνιας και βρίσκομαι εδώ για τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια.»

«Πόσο καιρό εφαρμόζεις τη Σάρωση;» ρώτησε η Τεύτκρα. Τώρα πια είχε συνηθίσει στην ιδέα της ύπαρξης του Νόβωνου και ένιωθε πως έπρεπε να μάθει κάποια συγκεκριμένα πράγματα για τη διαδικασία προστασίας της Σάμνας. Κάτι μέσα της έλεγε πως έπρεπε να μάθει. Δεν ήξερε το λόγο.

«Ξεκίνησα να προστατεύω τη Σάμνα πριν από δώδεκα εκατομμύρια χρόνια» είπε το πλάσμα κι η φωνή του ακουγόταν κουρασμένη. Όχι από το φριχτό του σώμα, αλλά από το χρόνο. Έξι εκατομμύρια χρόνια Σάρωσης ήταν πολλά, ακόμα και για εκείνον.

Η Τεύτκρα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει. Δε μπορούσε να γνωρίζει πώς ήταν δυνατόν, αλλά το ένιωθε στην καρδιά της.

«Σου τελειώνει ο χρόνος, έτσι δεν είναι;» είπε με θλίψη. Λυπήθηκε το καημένο πλάσμα, που στη ζωή του είχε γνωρίσει μόνο φρίκη, πόνο και θάνατο κι όμως αποφάσισε να βοηθήσει τον πλανήτη που το είχε ουσιαστικά καταστρέψει.

«Σωστά. Όσο περισσότερο σαρώνω, τόσο εξασθενεί η ύπαρξή μου. Αυτό το μικρό μάτι που βλέπεις, κάποτε ήταν μεγάλο και ογκώδες, όπως ένα σύννεφο στον ουρανό.

Η Τεύτκρα είχε πλέον καταλάβει ακριβώς τι έπρεπε να γίνει.

«Χρειάζεται να αντικατασταθείς. Αν δε συνεχιστεί το έργο σου, σύντομα οι ακτίνες του άστρου θα διαλύσουν τα πλάσματα της Σάμνας και ο πλανήτης θα ερημώσει.»

«Αυτό ίσως να μην είναι αλήθεια. Έχω λόγους να πιστεύω ότι θα δημιουργηθεί νέα ζωή στον πλανήτη, αν αυτός κάποτε ερημώσει» είπε ο Νόβωνος. Αν οι μύες στο πρόσωπό του ήταν σωστά τοποθετημένες, θα φαινόταν ο σκεπτικιστικός του μορφασμός. «Αλλά, η Σάμνα γέννησε επιτέλους παιδιά που ζούνε ευτυχισμένα επάνω της. Δε χρειάζεται να ζούνε φοβισμένα, κρυμμένα κάτω από τη γη ή στο βυθό των λιμνών και των θαλασσών» είπε και έσκυψε ξανά προς το μέρος της. «Αν είχα δάκρια, θα έκλαιγα για τον πόνο που έζησε ο πλανήτης μέχρι να βρει τη γαλήνη. Τα παιδιά της Σάμνας πρέπει να παραμείνουν ευτυχισμένα, ελεύθερα. Για εκατομμύρια χρόνια αγωνίστηκαν επάνω σε ένα ταλαιπωρημένο, κατεστραμμένο κόσμο. Και, επιτέλους, έχετε ειρήνη. Δε θα αφήσω να χαθεί αυτό.»

Κοίταξε εξεταστικά με το κίτρινο μάτι του την Τεύτκρα. Εκείνη είχε ήδη καταλάβει τί θα ακολουθούσε, αλλά δίσταζε να κάνει η ίδια το πρώτο βήμα.

«Ξέρεις τι πρέπει να συμβεί, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Νόβωνος.

Η Τεύτκρα κοίταξε βαθιά, μέσα στην κίτρινη λάμψη της αλλόκοτης οντότητας.

«Είμαι έτοιμη» είπε τελικά. «Πιθανότατα λέω ψέματα, αλλά μόνο έτσι μπορώ να το αποφασίσω. Κάνε ό,τι χρειάζεται να γίνει. Είμαι έτοιμη.»

Απαλά κύματα αισιοδοξίας και χαράς πλημύρισαν το δωμάτιο. Δε μπορούσε να εξηγήσει το πώς, αλλά ένιωθε ότι αυτή η ατμόσφαιρα αναδυόταν από το Νόβωνο. Να ήταν από το σώμα του; Από το παράξενο μάτι του; Δεν ήξερε.

Ο Νόβωνος έγειρε για μια τελευταία φορά προς το μέρος της. Το μάτι του έλαμπε περισσότερο τώρα. Μια άγνωστη δύναμη την έσπρωξε να κοιτάξει μέσα του με μεγαλύτερη προσοχή. Μπορούσε να ακούσει κάτι που έμοιαζε με μικροφωνισμό από μακριά, μόλις που ακουγόταν. Το λαμπερό, κίτρινο μάτι μετακινήθηκε γύρω από τον άξονά του, σα να περιστρέφονταν. Ναι, περιστρέφονταν. Ξεκίνησε αργά, αυξάνοντας διαρκώς ταχύτητα. Ο μικροφωνισμός δυνάμωνε στα αυτιά της Τεύτκρας. Αλλά, αντί να προσπαθήσει να τον απωθήσει, εκείνη τον άφησε να μπει μέσα της. Τα αυτιά της γεμίσανε από μια τσιριχτή συχνότητα που υπό κανονικές συνθήκες θα της είχε καταστρέψει την ακοή. Το μάτι στριφογύριζε σα τρελό. Ο ήχος κάλυπτε όλο το χώρο γύρω της. Κι εκείνη με το βλέμμα πάντα προσηλωμένο στο κίτρινο μάτι.

Μέσα σε μια στιγμή ο κόσμος μπροστά στα μάτια της έλαμψε δυνατότερα από ποτέ. Οι μικροσκοπικοί ήχοι που έβγαιναν από τους νευρώνες του εγκεφάλου της, καθώς εκείνος μετατρέπονταν σε αγνή ενέργεια, ακουγόταν καθαρά και δυνατά γύρω της. Κανένας πίνακας δε θα μπορούσε να αποτυπώσει τη μεταμόρφωση που λάμβανε χώρα σε εκείνο το δωμάτιο. Κανένας νους δε θα κατόρθωνε να συλλάβει και να κατανοήσει τη διαδικασία της Έκλαμψης. Και, όταν η Τεύτκρα έγινε ενέργεια, η γνώση της Σάρωσης πέρασε μέσα της όπως η ροή της ζωής περνάει μέσα από την αναπόφευκτη σύλληψη ενός εμβρύου.

«Ένωση. Πνευματική και σωματική, ολική ένωση. Το τίμημα της Σάρωσης.» συμπέρανε η Τεύτκρα.

Αυτή ήταν η αναπόφευκτη φρίκη της Σάρωσης. Το τίμημα. Η ενέργεια που χρειαζόταν για να προστατευτεί ο πλανήτης, απαιτούσε σώμα και πνεύμα. Το πνεύμα του Προστάτη και το σώμα της Σάμνας. Κάθε φορά που ένα μέρος από την ύπαρξη του Νόβωνου χανόταν, ένας κάτοικος της Σάμνας πέθαινε. Η θυσία καθήκοντος για το σώμα και το πνεύμα. Η απρόβλεπτη συνέπεια της προστασίας, η φρικιαστική ένωση των δύο στοιχείων. Οι μύες που κάλυπταν το Νόβωνο δεν είχαν αφαιρεθεί ούτε τοποθετηθεί επάνω του. Με κάθε ένα θάνατο από το σώμα της Σάμνας η γενετική πληροφορία του κατέληγε στην Πηγή. Το σώμα του Νόβωνου ήταν φτιαγμένο από τους νεκρούς της Σάρωσης. Ο αποτρόπαιος σχηματισμός τους, η απρόβλεπτη κατάληξή τους στην Πηγή ήταν το τίμημα της προστασίας. Και ο Προστάτης της Σάμνας το άντεχε για δώδεκα εκατομμύρια χρόνια.

«Τώρα εσύ είσαι σαν εμένα. Μη με ψάξεις στις αναμνήσεις του Σύμπαντος. Οι θεοί δε πηγαίνουν πουθενά όταν πεθάνουν.» Ο ύστατος λόγος του Νόβωνου, μια στιγμή πριν η πορεία του σβηστεί για πάντα από τον κόσμο.

Μέσα στο ξεχασμένο δωμάτιο 404, στον εγκαταλελειμμένο διάδρομο ενός συνηθισμένου ξενοδοχείου, η καταπράσινη λάμψη της Τεύτκρας γέμισε το χώρο.

Το αηδιαστικό σώμα είχε εξαφανιστεί. Το κίτρινο μάτι του Νόβωνου είχε χαθεί. Μόνο η Τεύτκρα είχε απομείνει, καταδικασμένη και δοξασμένη να προστατεύει τον κόσμο μέσα στον οποίο είχε μεγαλώσει τόσο γρήγορα. Και, τώρα, εντελώς ξαφνικά, η πορεία της είχε μόλις ξεκινήσει. Οι πόνοι δεν τη βασανίζανε πια. Τα προβλήματα της μέσης ηλικίας ήταν το ίδιο μεγάλα με τη σημασία που έδινε ο κόσμος στο παρατημένο δωμάτιο όλα αυτά τα χρόνια.

Αόρατη από τον κόσμο, έχοντας αφήσει τις αναμνήσεις της να χαθούν μέσα στη Λήθη του θανάτου της, ανέλαβε την προστασία της Σάμνας προσφέροντας τον εαυτό της ως διαρκή πνευματική θυσία για όσα εκατομμύρια χρόνια κι αν χρειαζόταν.