Ένα άσχημο κενό

Οι ιστορίες σταματήσανε. Ένα βίαιο συμβάν διέκοψε τη σύνδεσή μου με τη φαντασία μου κι έχασα τη δυνατότητα να γράφω.

Ακόμα κι αυτό το άρθρο έχει γίνει πια πάρα πολύ δύσκολο να γραφτεί. Δυσκολεύομαι να φτιάξω τη σωστή σύνταξη, επιλέγω λάθος λέξεις και συνεχώς βάζω προτάσεις σε λάθος σημεία. Αλλά δεν μπορώ πια να κάνω διαφορετικά. Τουλάχιστον, όμως, μετά από το πέρασμα των μηνών αρχίζω να καταλαβαίνω πώς να εκφράσω αυτό που συνέβη. Ακόμη, θέλω να ενημερώσω όσα άτομα παρακολουθούν αυτή τη σελίδα. Να ενημερώσω ότι έχασα αυτό με το οποίο έγραφα: τη φαντασία μου.

Από πολύ μικρή ηλικία όταν φοβόμουν, όταν θύμωνα, γενικά όποτε υπήρχαν έντονα και σκοτεινά συναισθήματα, τα ζούσα μέσα από τη φαντασία μου. Και τώρα, για πρώτη μου φορά, υπάρχω δίχως φαντασία. Από τις 30 Σεπτεμβρίου 2017 και μετά, υπάρχω απλά ως δισδιάστατος άνθρωπος, κούφιος και καθημερινός. Και παρόλο που από εκείνη την ημέρα δεν έχω πια μέσα μου άλλα συναισθήματα εκτός από θλίψη και θρήνο, η διακοπή μου από τη Φαντασία πονάει πολύ.

Δεν έχω μάθει να υπάρχω χωρίς να φαντάζομαι. Στα παλιά χρόνια, ακόμα και πριν να αρχίσω να γράφω, είχα τουλάχιστον τη φαντασία μου. Τώρα είμαι κάποιος άλλος, ένα άτομο δίχως φαντασία. Το οποίο σημαίνει ότι στην πράξη είμαι πλέον ένα αντικείμενο αντί να είμαι ένα πρόσωπο. Είμαι ένα αντικείμενο και προσποιούμαι ότι βλέπω, ακούω, συζητάω, καταλαβαίνω, περπατάω, κοιμάμαι και ξυπνάω. Σπαταλάω χρόνο, σπαταλάω οξυγόνο, χτύπους καρδιάς, πράγματα που τα παρατηρώ να συνεχίζουν δίχως να χρησιμεύουν σε κάτι. Παλιά χρησιμοποιούσα τη ζωή μου για να φαντάζομαι διάφορα πράγματα κι αργότερα για να γράφω όσα φανταζόμουν. Ήταν πολύ όμορφα όταν έγραφα, είτε έγραφα ανοησίες, είτε κάτι καλό. Ακόμα κι όταν έγραφα κάτι ουδέτερο κι αδιάφορο, ακόμα και τότε ήταν όμορφα, ήταν άλλη μια ιστορία, πετυχημένη ή αποτυχημένη, μικρή ή μεγάλη, ολοκληρωμένη ή ανολοκλήρωτη. Όταν θυμάμαι πώς ήταν στις μέρες που μπορούσα να φαντάζομαι και να γράφω ιστορίες, σκέφτομαι πόσο τυχερός ήταν εκείνος ο Νίκος που μπορούσε κι έγραφε. Τον σκέφτομαι σαν να ήταν πράγματι ένα διαφορετικό άτομο, όχι σαν να ήταν ο παλιός μου εαυτός. Κι είναι πολύ κρίμα που εκείνος ο Νίκος χάθηκε, έφυγε αγκαλιά με τη Μελίνα, πριν από οχτώ μήνες.

Η Μελίνα ήταν το σκυλί μας. Την πήραμε από το κυνοκομείο σε ηλικία 3-5 ετών και έζησε μαζί μας για τέσσερα χρόνια. Πριν από αυτό, είχαμε χάσει δύο ζώα ακόμη, αλλά εκείνα τα ένιωθα μοναχά ως ζώα. Με τη Μελίνα ήταν αλλιώς. Στην αρχή δυσκολευόμουν να συνηθίσω την παρουσία της και την παραλλήλιζα ως ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Δηλαδή μπορεί να μην την ήθελα, αλλά τί να κάνουμε, τώρα πλέον την έχουμε στο σπίτι μας και οφείλουμε να τη φροντίσουμε και να την προστατεύσουμε.

Τελικά, όσο περνούσε ο καιρός, όσο περισσότερο ζούσα δίπλα της και όσο πιο σταθερά τη φρόντιζα, τόσο πιο ανθρώπινη έμοιαζε, όχι μόνο στη συμπεριφορά αλλά και στην όψη. Χρειαζόταν φαγητό, νερό, χρειαζόταν να της μάθουμε διάφορα πράγματα για το πώς να ζει μαζί μας μέσα στο σπίτι και τί να κάνει όταν βγαίνουμε έξω. Χρειαζόταν να την πηγαίνουμε στο γιατρό, να προσέχουμε να μην τρώει επικίνδυνα πράγματα, να την προστατεύουμε από το κρύο το χειμώνα και να φροντίζουμε να μην ζεσταίνεται υπερβολικά το καλοκαίρι. Κι όσο περνούσε ο καιρός, αναπτύσσονταν και ο συναισθηματικός δεσμός. Μερικές φορές την κοίταζα να ξαπλώνει, να κοιμάται ή να με παρατηρεί και περνούσαν μερικές στιγμές μέχρι να πεισθώ πως δεν επρόκειτο για άνθρωπο, αλλά για ζώο. Με τον καιρό είχα έρθει πάρα πολύ κοντά της και από ένα σημείο και μετά, δίχως να το συνειδητοποιώ, ο δεσμός μου μαζί της ήταν πλέον ισχυρός και δεδομένος. Η Μελίνα άλλοτε με ανακούφιζε, άλλοτε με κούραζε, με εκνεύριζε και με έκανε να χαίρομαι, με τον τρόπο που γίνεται όταν υπάρχει μικρό παιδί στο σπίτι. Υπήρχε μια ρουτίνα, μια σειρά από καθημερινές δουλειές, αγγαρείες και παιχνίδια που κάναμε για τη Μελίνα.

Στην οικογένειά μου δεν κατάφερα να μάθω πώς να συμπεριφέρομαι σαν μέλος της και ανέκαθεν ήταν αμήχανο και άβολο συναίσθημα (δεν έχει κάτι η οικογένειά μου, απλά εγώ είμαι παράξενος). Ζώντας με τη Μελίνα, όμως, άρχισα για πρώτη μου φορά να αισθάνομαι την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Είχαμε γίνει μία οικογένεια οι τρεις μας. Η κοπέλα μου, εγώ και η Μελίνα. Κι έτσι ήταν και η αίσθηση τη νύχτα που άρχισε να πεθαίνει ξαφνικά μέσα στο σπίτι μας. Ήταν λες κι ήμασταν αγκαλιά μ’ ένα παιδάκι το οποίο πέθαινε δίχως να έχουμε τρόπο να το βοηθήσουμε. Ο κτηνίατρος είχε κάνει ό,τι μπορούσε μέσα στα μεσάνυχτα, αλλά τελικά πριν να ξημερώσει την είχαμε χάσει. Πριν από εκείνη τη νύχτα δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο θάνατος της Μελίνας επρόκειτο να με συντρίψει. Κι όμως, ακριβώς αυτό συνέβη.

Εκείνο το συμβάν με πάτησε τόσο πολύ, ώστε με έσπασε. Με άλλαξε. Η πρώτη αλλαγή ήταν ότι μετά από εκείνη τη νύχτα σταμάτησα πια να φοβάμαι. Αυτό το κατάλαβα όταν παρατήρησα πως δεν φοβάμαι πια όταν βρίσκομαι στο σκοτάδι, κάτι που πριν έτρεμα. Επίσης σταμάτησα να φοβάμαι στις ταινίες τρόμου. Και τις φοβόμουν τόσο πολύ, ώστε μερικοί από τους χειρότερους εφιάλτες που έχω δει ποτέ στον ύπνο μου δημιουργήθηκαν από τις ταινίες τρόμου που έχω δει. Επίσης από εκείνη τη στιγμή σταμάτησα πια να σκέφτομαι και να φαντάζομαι. Μέσα στο κεφάλι μου υπάρχει διαρκώς η Μελίνα και στην καρδιά μου υπάρχει διαρκώς πένθος. Με το πέρασμα των μηνών, σταμάτησα να νοιάζομαι. Για το οτιδήποτε.

Τώρα πια όταν βρίσκομαι με άλλα άτομα χρησιμοποιώ τις παλιές μνήμες για να αλληλεπιδράσω μαζί τους: θυμάμαι πώς μιλούσα, πώς συζητούσα και πώς γελούσα σ’ εκείνες τις μέρες κι έτσι φοράω εκείνο το ύφος και αντιγράφω εκείνα τα λόγια και τα αστεία, για να τους δώσω την εντύπωση πως υπάρχει μια συνέχεια στην επικοινωνία μας.

Έχασα την ταυτότητα που είχα ως πρόσωπο, έχασα δηλαδή τα στοιχεία και τις απαιτήσεις που σχημάτιζαν την προσωπικότητά μου. Πριν είχα ενδιαφέροντα που, αν και ήταν ελάχιστα και σχεδόν όλα απαιτούσαν να λιώνω στον υπολογιστή για ώρες, με ένοιαζαν όμως και με απασχολούσαν πάρα πολύ και μου έδιναν τρομερή ικανοποίηση. Τώρα τα χρησιμοποιώ μόνο μηχανικά, για να αποσπούν το μυαλό μου από τη Μελίνα. Για να μπορώ να λειτουργήσω πλέον έστω και ως άνθρωπος-αντικείμενο, χρειάζεται είτε διαρκώς να παρακολουθώ κάτι σε μια οθόνη είτε διαρκώς να ακούω κάτι στα ακουστικά. Πριν είχα μουσικές προτιμήσεις. Ήμουν κολλημένος Μεταλλάς και, μάλιστα, Manowarάς (δηλαδή απερίγραπτα κολλημένος). Οι απαιτήσεις μου σε ταινίες, βιβλία και σειρές ήταν πάρα πολύ συγκεκριμένες και μονόπλευρες. Τώρα πια, όποια μουσική πέσει πάνω μου, τα αυτιά μου την αφήνουν να περάσει. Όποια ταινία παίζει, προσποιούμαι ότι την παρακολουθώ.  Ό,τι πέσει πάνω μου, μένει επάνω μου. Μόνο και μόνο για να μην απομένει μοναχό του το μυαλό μου. Μόνο και μόνο για να καθυστερήσω λίγο παραπάνω να ξαναδώ ή να ξανακούσω στο μυαλό μου τη Μελίνα.

Κι έτσι από τότε υπάρχει μέσα μου ένα άσχημο κενό. Το οποίο, εκτός από την καρδιά μου, βρίσκεται και στη φαντασία μου, διότι η επαφή μου μαζί της ξηλώθηκε. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω κάποτε να φανταστώ και να γράψω πάλι. Αν ο χρόνος δείξει ότι πράγματι χάλασα τόσο πολύ ώστε δεν μπορώ ούτε καν να έχω τη φαντασία μου πια, τότε θα ετοιμάσω κείμενα όπου θα περιγράφω περιληπτικά το πώς είχα σχεδιάσει να τελειώσω τις ανολοκλήρωτες ιστορίες, ποιες ήταν οι αποκαλύψεις στα μυστήρια και γενικώς θα εξηγήσω, θα κλείσω και θα κλειδώσω τα σύμπαντα της Κόριας.

Advertisements